|
Με βάση τις
δύο αυτές στρατηγικές, η Δύση βρίσκεται πλέον
αντιμέτωπη με ορισμένες κρίσιμες συνθήκες, τις
οποίες θα αναλύσουμε συνοπτικά.
H
επιδραστικότητα του ΝΑΤΟ μειώνεται οργανικά, ως
φυσικό αποτέλεσμα της μετάβασης από ένα
μονοπολικό σε ένα ολοένα πιο πολυπολικό διεθνές
σύστημα κατανομής ισχύος. Μειώνεται επίσης
πρακτικά, ως συνέπεια της στρατηγικής ήττας της
Συμμαχίας στον πόλεμο της Ουκρανίας. Και τέλος,
μειώνεται ενδοθεσμικά, μέσα από τις αποφάσεις
που λαμβάνει η αμερικανική κυβέρνηση στο πλαίσιο
της νέας Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας, οι
οποίες οδηγούν σε σταδιακή πολιτική
αποστασιοποίηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ.
Ταυτόχρονα,
η Γερμανία αναλαμβάνει πρωτοβουλίες προκειμένου
να καλύψει το πολιτικό κενό που αφήνουν οι
Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό της Συμμαχίας.
Παράλληλα, η Τουρκία μεταβάλλεται από έναν
Νατοϊκό εταίρο των ευρωπαϊκών χωρών σε
έναν ευρύτερο στρατηγικό εταίρο της Ευρώπης,
ακόμη και πέραν του πλαισίου του SAFE.
Οι
παράμετροι των νέων συνθηκών
Αυτές είναι
οι νέες συνθήκες — όμως εξίσου σημαντικές είναι
και οι παράμετροι που τις διαμόρφωσαν και
αξίζουν μια, επίσης, σύντομη ανάλυση.
Η νέα
στρατηγική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών συχνά
ερμηνεύεται ως κομματική, ωστόσο θα μπορούσε
κανείς να υποστηρίξει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν
αποτελεί την πρωταρχική αιτία αυτής της
στρατηγικής μετατόπισης, αλλά την πιο ακραία
έκφανσή της.
Από τη
στιγμή που οι δομικές συνθήκες του νέου
πολυπολικού κόσμου και της στρατηγικής ήττας του
ΝΑΤΟ στην Ουκρανία, διαμορφώθηκαν, η αμερικανική
επανατοποθέτηση στη διεθνή σκηνή κατέστη
αναπόφευκτη, συμπεριλαμβανομένης και μιας
θεμελιώδους επαναξιολόγησης της σχέσης με την
Ευρώπη. Ο Τραμπ πρέπει να ιδωθεί μέσα στη μακρά
πνοή (longue durée) της ιστορίας: ως ένας
Πρόεδρος του οποίου η ανάδειξη αντανακλά —και
δεν καθορίζει— τις βαθύτερες στρατηγικές
αναδιατάξεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Με αυτά ως
δεδομένα, ένας επόμενος Δημοκρατικός Πρόεδρος
ενδέχεται να επιχειρήσει την αναζωογόνηση της
διατλαντικής σχέσης σε διπλωματικό και συμβολικό
επίπεδο· ωστόσο είναι δύσκολο να φανταστεί
κανείς ότι θα αποδεχθεί επιστροφή των ευρωπαϊκών
αμυντικών δαπανών στο ΝΑΤΟ στο όριο του 2% — ή
ότι θα δεσμεύσει σημαντικούς νέους αμερικανικούς
πόρους για την Ευρώπη. Επομένως, η πρώτη
παράμετρος καταδεικνύει ότι οι νέες αυτές
συνθήκες δεν συνιστούν μια παροδική συγκυρία,
αλλά αντανακλούν μια περισσότερο μόνιμη και
σταθεροποιημένη πραγματικότητα.
Η δεύτερη
παράμετρος αφορά την επάρκεια των αμερικανικών
εθνικών πόρων. Οι πόροι δεν επαρκούν πλέον ώστε
οι ΗΠΑ να μπορούν να ανταποκριθούν
αποτελεσματικά σε πολλαπλά επιχειρησιακά μέτωπα
ταυτόχρονα, σε ολόκληρο τον παγκόσμιο χάρτη.
Εξάλλου, η μετάβαση από ένα μονοκεντρικό σε ένα
πολυκεντρικό διεθνές σύστημα σχετίζεται
πρωτίστως με την ανακατανομή των παγκόσμιων
πόρων – κυρίως προς την Ανατολή και ειδικότερα
προς την Ασία.
Τουρκία και Ανατολική Μεσόγειος
Η Τουρκία
βρίσκεται σήμερα σε μια θέση σχετικής ισορροπίας
ανάμεσα στα τρία μεγάλα κέντρα ισχύος του
παγκόσμιου συστήματος (Πεκίνο, Ουάσινγκτον,
Μόσχα). Έχει, επιπλέον, επικαιροποιήσει τη
συνεργασία της με τις Ηνωμένες Πολιτείες στη
Μέση Ανατολή, γεγονός που συνοδεύεται από μια
ανανεωμένη νομιμοποίηση του ίδιου του Ερντογάν.
Παράλληλα, αναδεικνύεται σε στρατηγικό εταίρο
της Ευρώπης στη νέα φάση ενός de facto διπολικού
ΝΑΤΟ – και της αυξανόμενης αντιπαλότητας με τη
Ρωσία — εξέλιξη που οφείλεται σε σημαντικό βαθμό
στις ιδιαίτερα στενές σχέσεις της με το Ηνωμένο
Βασίλειο αλλά, κυρίως, με τη Γερμανία.
Για την
ελληνική στρατηγική, το ΝΑΤΟ και η Ε.Ε.
λειτουργούσαν επί δεκαετίες ως σημαντικοί
αποτρεπτικοί μηχανισμοί απέναντι στις τουρκικές
επιδιώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο — ακόμη κι αν
δεν λειτουργούσαν πάντα δίκαια. Ωστόσο, οι
αναθεωρητικές φιλοδοξίες της Τουρκίας βρίσκουν
πλέον πρόσφορο έδαφος σε μια συγκυρία όπου το
ΝΑΤΟ εμφανίζεται λιγότερο επιδραστικό, η Ε.Ε.
τείνει να αντιμετωπίζει την Άγκυρα ως δυνητικό
εταίρο παρά ως αντίπαλο, και η διεθνής έννομη
τάξη βρίσκεται υπό διαρκή αμφισβήτηση.
Για την
Ανατολική Μεσόγειο, ο ιστορικός αφορισμός
«Υπάρχουν αιώνες όπου δεν συμβαίνει τίποτα — και
υπάρχουν λεπτά όπου συμβαίνουν αιώνες» είναι
σήμερα πιο επίκαιρος από ποτέ. Στη Λωρίδα της
Γάζας, την οποία βρέχει η ίδια θάλασσα,
εκτυλίσσονται ήδη κοσμογονικές εξελίξεις
αναθεωρητισμού που διαμορφώνουν de facto
πραγματικότητες, σε ευθεία αντίθεση με τη διεθνή
έννομη τάξη και το διεθνές δίκαιο.
Η
στρατηγική της Ελλάδας
Η Ελλάδα
επενδύει σήμερα σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο
στην αποτροπή της Τουρκίας μέσω της σύσφιγξης
των σχέσεών της με μια άλλη αναθεωρητική
περιφερειακή δύναμη, το Ισραήλ. Οι στρατηγικές
επιδιώξεις Άγκυρας και Τελ Αβίβ διασταυρώνονται
άμεσα στη Συρία — έναν χώρο όπου σήμερα οι δυο
τους συγκρούονται, αλλά πριν από την πτώση του
καθεστώτος Άσαντ συνεργάζονταν. Στο πλαίσιο των
διεθνών συνθηκών που περιγράψαμε, ένα modus
vivendi μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας, με
αμερικανική διαμεσολάβηση και χωρίς ουσιαστικό
ρόλο για τρίτους, θα μπορούσε «εν μια νυκτί» να
ανατρέψει τον ελληνικό σχεδιασμό.
Η ελληνική
στρατηγική απαιτεί μια
ουσιαστική επαναπροσαρμογή υπό το φως των νέων
συνθηκών. Το ΝΑΤΟ θα είναι εκ των πραγμάτων
λιγότερο αποτελεσματικό και η Ε.Ε. θα
εμφανίζεται όλο και πιο πρόθυμη να συνεργαστεί
με την Τουρκία· συνεπώς, η διεύρυνση της
ελληνικής διεθνούς παρουσίας πέρα από τον
παραδοσιακό δυτικό ορίζοντα καθίσταται τόσο
χρήσιμη όσο και αναγκαία. Αυτό προϋποθέτει μια
ανανεωμένη εθνική αρχιτεκτονική αποτροπής σε
όλους τους τομείς, καθώς και την αναζωογόνηση
των σχέσεων της Ελλάδας με τα υπόλοιπα κέντρα
παγκόσμιας ισχύος. Αντί να συμμετέχει σε έναν
αγώνα επίδειξης «δυτικών διαπιστευτηρίων», η
Ελλάδα οφείλει να προβάλλει την ήπια ισχύ της
προς πολλές κατευθύνσεις — αναδεικνυόμενη ως
ένας σταθερός, δημιουργικός και αυτοδύναμος
περιφερειακός παράγοντας.
Οι νέες
αυτές συνθήκες αναμφίβολα ενέχουν σοβαρούς
κινδύνους, αλλά παράλληλα ανοίγουν έναν
απροσδόκητο χώρο ελιγμών — έναν χώρο γεμάτο νέες
δυνατότητες. Σε τέτοιες μεταβατικές στιγμές, ο
πραγματικός χαμένος δεν είναι εκείνος που
εκτίθεται στον κίνδυνο —αυτή είναι μια
πραγματικότητα που υπερβαίνει τον έλεγχό μας—
αλλά εκείνος που παραμένει αγκυλωμένος στο
παρελθόν. Το ΝΑΤΟ διανύει μια αποφασιστική φάση
αλλαγών και η εξωτερική μας πολιτική οφείλει να
προσαρμοστεί αναλόγως, συμβαδίζοντας με τον ταχύ
μετασχηματισμό του διεθνούς γεωπολιτικού
περιβάλλοντος.
(*)Μηχανικός ορυκτών πόρων, γεωπολιτικός
αναλυτής
Πρώτη
δημοσίευση στη Ναυτεμπορική
|